Origanum onites

κοινώς: ρίγανη, κεφαλωτή ρίγανη, νησιωτική ρίγανη

, , , , ,

Μεσογειακό, ημιξυλώδες, χνουδωτό, αρωματικό, μελιτογόνο, πολυετές φυτό. Το συναντάμε στην Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και στη νησιωτική Ελλάδα. Καλλιεργημένη στον κήπο ή σε γλάστρα προσφέρει το άρωμά της αλλά και την όμορφη καλοκαιρινή της ανθοφορία, ενώ ταυτόχρονα είναι διαθέσιμη για τη χρήση της ως άρτυμα, νωπή ή ξερή. Το όνομα του γένους «Ορίγανον» προέρχεται από τις λέξεις όρος = βουνό και γάνος = στιλπνότητα, λαμπρότητα, χαρά.

Ο Ιπποκράτης το χρησιμοποίησε κυρίως:

Ο Ιπποκράτης θεωρούσε πως όταν πίνεται η ρίγανη είναι βλαβερή για τα δόντια και τα μάτια και τη χρησιμοποιούσε: σε οιδήματα και φλεγμονές τραυμάτων στον πονόλαιμο σε πνευμονικό απόστημα ως εμετικό σε γυναικολογικές παθήσεις

Παραδοσιακές Φαρμακευτικές Χρήσεις

H ρίγανη έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως ως αποχρεμπτικό, διουρητικό, εμμηναγωγό, αντισπασμωδικό, αναλγητικό, αντισηπτικό, ευστόμαχο και γενικά για θέματα του γαστρεντερικού συστήματος. Μάσημα ρίγανης ή πόση αφεψήματός της, θεωρούνται το πιο γρήγορο και εύκολο μέσον αντιμετώπισης της διάρροιας.

Άλλες Χρήσεις

Περιζήτητο άρτυμα στην ελληνική και μεσογειακή κουζίνα. Εκχύλισμα ανθέων και ολόκληρου του φυτού χρησιμοποιείται ως αναζωογονητικό για στοματική και δερματική φροντίδα και σε μάσκες προσώπου. Το αιθέριο έλαιο χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία, στην ποτοποιία και στη βιομηχανία τροφίμων.