Artemisia arborescens L.

Αρτεμισία η δενδρώδης

, , , ,

Γκριζωπός θάμνος της Μεσογείου και της εύκρατης Ευρώπης με ιδιαίτερο άρωμα και ανθοφορία από Απρίλιο ως Ιούνιο. Φυτρώνει σε άκρες δρόμων, βραχώδεις πλαγιές, παλαιούς τοίχους, ακόμη και αρχαιολογικές θέσεις, ίσως ως κατάλοιπο αρχαίας καλλιέργειας. Είναι καλλωπιστικός και φυτεύεται σε κήπους, ιδιαίτερα όταν επιζητείται γκριζωπό χρώμα στις συνθέσεις των φυτών. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει τον «αβροτόνινον μύρον» ως αρωματικό προϊόν του φυτού. Το όνομα του γένους οφείλεται είτε στη σύζυγο του Μαυσώλου, Αρτεμισία, είτε στη Θεά Άρτεμη.

Ο Ιπποκράτης το χρησιμοποίησε κυρίως:

Ο Ιπποκράτης χρησιμοποίησε το «αβρότονον»: ως αποχρεμπτικό σε περιπνευμονία για πρόκληση τοκετού ως καθαρτικό των λοχείων ως εμμηναγωγό κατά της υστερικής δύσπνοιας

Παραδοσιακές Φαρμακευτικές Χρήσεις

Στην παραδοσιακή θεραπευτική έχει χρησιμοποιηθεί το αφέψημα των φύλλων, συνήθως με μέντα, ως τονωτικό και καταπραϋντικό. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται και η αντιφλεγμονώδης δράση τους. Το αιθέριο έλαιό του αξιοποιείται φαρμακευτικά.

Άλλες Χρήσεις

Χρησιμοποιείται στη μαγειρική ως άρτυμα λόγω του αρώματός του. Χρησιμοποιείται επίσης στην παραγωγή λικέρ (αψέντι), που όμως βλάπτει το νευρικό σύστημα αλλά και στον αρωματισμό ποτών σε αβλαβή περιεκτικότητα. Tα ξερά φύλλα έχουν εντομοαπωθητικές ιδιότητες και γι’ αυτό απομακρύνουν τον σκώρο από τον ρουχισμό. Τα ανθισμένα κλαδιά δίνουν κίτρινο χρώμα για το βάψιμο του μαλλιού.