Μεσογειακός, μελισσοκομικός, μεγάλος και αειθαλής θάμνος, ύψους συνήθως 1-3μ. ή σπανίως μικρό δέντρο. Τα άνθη εμφανίζονται το φθινόπωρο και είναι λευκά, λευκοπράσινα ή λευκορόδινα, σαν μικρές καμπάνες με κάμψη προς τα κάτω. Ο καρπός του είναι εδώδιμος σφαιρικός, κόκκινος στην ωριμότητά του, με διάμετρο 1,5-2 εκ., με πολλά σπέρματα και κοκκώδη επιφάνεια. Η κουμαριά συναντάται σε θαμνότοπους μαζί με άλλους θάμνους αειθαλείς, σκληρόφυλλους και πλατύφυλλους. Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό φυτό.
Παραδοσιακές Φαρμακευτικές Χρήσεις
Από την αρχαιότητα χρησιμοποιούσαν την κουμαριά για την αντιμετώπιση της θρομβοφλεβίτιδας. Το 1950 οι κουμαρίνες, τα αντιπηκτικά που χορηγούνται περιπτώσεις θρομβώσεων, απομονώθηκαν από το φυτό. Ο καρπός έχει χρησιμοποιηθεί ως αντισηπτικό, διουρητικό, ευστόμαχο, ενώ τα φύλλα ως διουρητικά, αντισηπτικά, αντιδιαρροϊκά και αντιυπερτασικά.
Άλλες Χρήσεις
Ο φλοιός της κουμαριάς περιέχει ταννίνες και στην Ελλάδα χρησιμοποιείται στη βυρσοδεψία. Η ξυλεία της χρησιμοποιείται για κατασκευή μικροαντικειμένων, για άνθρακα καλής ποιότητας και καυσόξυλα. Τα φύλλα της και ο τραχύς φλοιός της έχουν βαφική χρήση. Από τα κούμαρα παρασκευάζεται οινόπνευμα, τσίπουρο και άλλα ποτά, ανάμεσά τους το ηδύποτο crème d’ arbouse, που διευκολύνει την πέψη. Χρησιμοποιούνται και στη βιομηχανία τροφίμων.