Quercus coccifera L.

Δρυς η κοκκοφόρος

,

Mεσογειακή αειθαλής δρυς (βαλανιδιά), που γίνεται θάμνος, ή ψηλό δένδρο, ανάλογα με τις βροχοπτώσεις της περιοχής όπου φύεται ή την ηλικία του. Στο πουρνάρι ζει ένα έντομο, που τα θηλυκά του γεννούν αυγά και σχηματίζουν ερυθρά σφαιρίδια (κόκκους) στους βλαστούς και στα φύλλα του φυτού. Από αυτά συνήθιζαν να φτιάχνουν παλαιότερα την κόκκινη βαφή. Έτσι προήλθε και η ονομασία του ίδιου του χρώματος (κόκκος → κόκκινον). Με το κόκκινον βάφονταν τα μάλλινα ρούχα των Σπαρτιατών, όταν έφευγαν για τη μάχη, τα φέσια των Οθωμανών και η κάπα του Πάπα.

Ο Ιπποκράτης το χρησιμοποίησε κυρίως:

Ο Ιπποκράτης χρησιμοποίησε τις ρίζες και τον φλοιό των ριζών: για καθαρισμό διαφόρων τραυμάτων και αντιμετώπιση εγκαυμάτων και διαπίστωσε πως ο καρπός (ο/η Άκυλος) είναι: στυπτικός αν είναι ωμός ή ψητός, αλλά λιγότερο στυπτικός όταν είναι βρασμένος

Παραδοσιακές Φαρμακευτικές Χρήσεις

Στη λαϊκή θεραπευτική το αφέψημα του φλοιού χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό, αντιδιαρροϊκό, αντιεμετικό, αντιρρευματικό και αναλγητικό. Το αφέψημα χρησιμοποιείται και σε πλύσεις για διάφορες περιπτώσεις.

Άλλες Χρήσεις

Από το πρινοκόκκι μέχρι και σήμερα χρωματίζεται το γλυκό τριαντάφυλλο. Με αρσενικές ταξιανθίες (ίουλους). Με καρπό (βαλανίδι). Με κηκίδια (πρινοκόκκια).