Ποώδες, μονοετές φυτό της εύκρατης Ευρασίας, εαρινής ανθοφορίας, με γαλακτώδη χυμό. Συχνό σε αγρούς και οργωμένα χωράφια. Όταν τα ζώα το τρώνε παθαίνουν εντερικές διαταραχές, εξαιτίας των αλκαλοειδών που περιέχονται. Το επίθετο του είδους δόθηκε επειδή ρέουν -πέφτουν εύκολα- τα πέταλά του βαθυκόκκινου άνθους. Είναι συγγενικό της εύρωστης Papaver somniferum L., της κατεξοχήν μήκωνος (κοινώς: παπαρούνα, αφιόνι, ύπνος), με την οποία έχει παρόμοιες φαρμακευτικές ιδιότητες, αλλά με πολύ ηπιότερη δράση.
Ο Ιπποκράτης το χρησιμοποίησε κυρίως:
Ο Ιπποκράτης χρησιμοποίησε την μήκωνα: ως παυσίπονο και υπνωτικό φάρμακο για ποικίλες γυναικολογικές παθήσεις για άλλες χρήσεις
Παραδοσιακές Φαρμακευτικές Χρήσεις
Παραδοσιακά χρησιμοποιούνται τα πέταλα με μορφή εγχύματος ή σιροπιού, ως καταπραϋντικό – αντιβηχικό και για διευκόλυνση του ύπνου. Χρησιμοποιείται επίσης ως κατευναστικό μωρών που υποφέρουν από πόνους οδοντοφυΐας.
Άλλες Χρήσεις
Πριν την ανθοφορία του συλλέγεται ως εδώδιμο και καταναλώνεται μαζί με άλλα χόρτα, παρόμοια με το σπανάκι. To εκχύλισμα των σπερμάτων αποτελεί μαλακτικό της επιδερμίδας. Τα πέταλα, χάρη στις ανθοκυάνες τους, χρησιμοποιούνται στη βαφική.