Χνουδωτός θάμνος, από όπου προέρχεται και το επίθετο του είδους «εριώδης». Έχει μικρότερα φύλλα από άλλα είδη ασφάκας και όταν ανθίζει, από Απρίλιο ως Μάιο, εμφανίζει κίτρινα άνθη σε σπονδύλους. Χρησιμοποιείται ως καλλωπιστική σε βραχόκηπους και μεσογειακούς κήπους. Θα πρέπει να υπάρξει νόμιμη αναπαραγωγική διαδικασία, ώστε η χρήση της αυτή να μην είναι σε βάρος των φυσικών πληθυσμών της, αλλά απεναντίας να συμβάλει στη διατήρηση του είδους. Ενδημική (δηλαδή μόνο εκεί φυτρώνει άγρια) στην Κρήτη, αλλά κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική. Θεωρείται είδος περιορισμένης εξάπλωσης για την Ελλάδα. Έχει κηρυχθεί προστατευτέα σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 «Περί Προστασίας της αυτοφυούς Χλωρίδας και άγριας Πανίδας και καθορισμού διαδικασίας, συντονισμού και ελέγχου της Έρευνας επ’ αυτών». Τη συναντάμε σε βραχώδη ξέφωτα κυπαρισσοδασών, θαμνότοπους, φρυγανότοπους (μέρη με ξηροθερμικούς χαμηλούς αρωματικούς-αγκαθωτούς θάμνους), γκρεμούς, φαράγγια και άλλες βραχώδεις θέσεις. Ξεκινά να φύεται από την επιφάνεια της θάλασσας ως τα 1600 μέτρα υψόμετρο.