Πολυετές, ποώδες φυτό, με μερική αποξύλωση και ύψος έως 40 εκατοστά. Χάρη στο τρίχωμα, τα φύλλα φαίνονται κιτρινομέταξα από πάνω και λευκότερα από κάτω. Τα άνθη είναι λευκωπά-ανοικτοκίτρινα, εμφανίζονται από Ιούνιο ως Αύγουστο και φέρουν και αυτά τρίχωμα. Η όλη όψη του φυτού είναι βελούδινη, γεγονός από το οποίο προκύπτει η ονομασία του επιθέτου του είδους, καθώς και του υποείδους. Δεδομένου ότι άλλα είδη του γένους Marrubium χρησιμοποιούνται στην παραδοσιακή θεραπευτική, μελετάται και το Marrubium velutinum subsp. velutinum ως προς την περιεκτικότητά του σε ωφέλιμα για την υγεία συστατικά και τη δράση αυτών. Είναι ενδημικό (δηλαδή άγριο υπάρχει μόνο εκεί) στη Νότια Πίνδο, στη Δυτική Μακεδονία, στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο (στο Παναχαϊκό όρος). Θεωρείται φυτό περιορισμένης εξάπλωσης στην Ελλάδα. Το συναντάμε σε ξηρές βραχώδεις περιοχές, συχνά σε βοσκούμενα υπαλπικά λιβάδια και σπάνια σε ανοικτά ελατοδάση. Συνήθως πάνω σε ασβεστόλιθους και σπανιότερα σε σχιστόλιθους. Από τα 1500 ως τα 2450 μέτρα υψόμετρο και σπανιότερα από χαμηλότερα (από τα 1000 μέτρα). Πρόκειται για το πρώτο υποείδος των φυτών του Παρνασσού που περιεγράφη. Από εκεί προέκυψαν με αναπαραγωγή και τα φυτά του Κήπου της Symbeeosis.