Κομψό, πολυετές, ποώδες φυτό, σχεδόν ξυλώδες στη βάση, με γκριζοπράσινο τρίχωμα και βλαστούς μήκους ως 50 εκατοστά. Τα πολυάριθμα ροζ, μωβ ή ασπριδερά άνθη της εμφανίζονται από Απρίλιο ως Ιούνιο. Μοιάζει με φυτά του γένους Ebenus, όπως το φυτό Ebenus creticus (κοινώς αρχοντόξυλο ή πλουμί) και γι’ αυτό έχει πάρει το επίθετο «εβενοειδής». Ενδημική (δηλαδή μόνο εκεί φυτρώνει άγρια) στη Νότια Πίνδο και στη Θεσσαλία (σπανιότερα), στη Στερεά Ελλάδα, στην Εύβοια και στην Πελοπόννησο (κυρίως). Θεωρείται φυτό περιορισμένης εξάπλωσης στην Ελλάδα. Έχει κηρυχθεί προστατευτέα σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 «Περί Προστασίας της αυτοφυούς Χλωρίδας και άγριας Πανίδας και καθορισμού διαδικασίας, συντονισμού και ελέγχου της Έρευνας επ’ αυτών». Τη συναντάμε σε ξηρές πλαγιές λόφων, φαράγγια, ξέφωτα πευκοδασών και ελατοδασών, θαμνότοπους με πουρνάρια, ελαιώνες, άκρες δρόμων και αγρών, επάνω σε ασβεστόλιθο και σχιστόλιθο. Ξεκινά από το επίπεδο της θάλασσας ως τα 1100 μέτρα υψόμετρο. Ερευνάται ως προς τις φαρμακευτικές της ιδιότητες.